θάσσων , Att. θάττων , v. ταχύς . θάτας: θῆτας ( θύτας cod.), τοὺς δούλους ( Cypr. ), Hsch. θατέρᾳ , θάτερον , v. ἕτερος . θάσσων, Att. θάττων, A. v. ταχύς .θάτας: θῆτας(θύταςcod.),τοὺς δούλους( Cy
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θάσσων , Att. θάττων , v. ταχύς . θάτας: θῆτας ( θύτας cod.), τοὺς δούλους ( Cypr. ), Hsch. θατέρᾳ , θάτερον , v. ἕτερος . θάσσων, Att. θάττων, A. v. ταχύς .θάτας: θῆτας(θύταςcod.),τοὺς δούλους( Cy
serf, bondsman θής,θητός,ὁ , A. serf, bondsman, θῆτές τε δμῶές τε Od. 4.644 ; later,hired labourer, θῆτά τ' ἄοικον ποιεῖσθαι Hes. Op. 602 ; μισθωτοὺς καὶ θῆτας Pl. Plt. 290a ;βάναυσοι καὶ θ.(op