θιήϊον ( θίκ- cod.) : θεῖον τὸ ὀρυκτόν (Cret.), Hsch. θίημι: ποιῶ , and θιῆσαι: ποιῆσαι, φιλῆσαι , Id. θικέλιον: τὴν γογγυλίδα ( Lacon. ), Id. θίλα: ὁ θημών , Id. θιήϊον(θίκ-cod.): θεῖον τὸ ὀρυκτόν(Cr
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θιήϊον ( θίκ- cod.) : θεῖον τὸ ὀρυκτόν (Cret.), Hsch. θίημι: ποιῶ , and θιῆσαι: ποιῆσαι, φιλῆσαι , Id. θικέλιον: τὴν γογγυλίδα ( Lacon. ), Id. θίλα: ὁ θημών , Id. θιήϊον(θίκ-cod.): θεῖον τὸ ὀρυκτόν(Cr