θεάω , v. θεάομαι . Θεδαίσιος , v. Θεοδαίσια 11 . θεάω, A. v. θεάομαι .Θεδαίσιος, v. Θεοδαίσια 11 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θεάω , v. θεάομαι . Θεδαίσιος , v. Θεοδαίσια 11 . θεάω, A. v. θεάομαι .Θεδαίσιος, v. Θεοδαίσια 11 .
gaze at, behold θεάομαι, Ep. and Ion. θηέομαι(v. infr.), Dor. θᾱέομαι,Θάομαι(qq. v.), imper. A. θεῶ Ar. Ach. 262 ; opt.θηοῖο(for Att. θεῷο) Il. 24.418 ;part. θηεύμενος Hdt. 7.146 : Ion. imp