θέθμιον , τό ,= θέσμιον , v. θέσμιος 11 :—also θεθμός , ὁ , Dor. ,= θεσμός (q.v.): and θεθτμός , Schwyzer 411 ( Elis ). θέθμιον,τό,=θέσμιον, A. v. θέσμιος 11 :—alsoθεθμός,ὁ, Dor. ,=θεσμός(q.v.): an
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θέθμιον , τό ,= θέσμιον , v. θέσμιος 11 :—also θεθμός , ὁ , Dor. ,= θεσμός (q.v.): and θεθτμός , Schwyzer 411 ( Elis ). θέθμιον,τό,=θέσμιον, A. v. θέσμιος 11 :—alsoθεθμός,ὁ, Dor. ,=θεσμός(q.v.): an
that which is laid down, law, ordinance θεσμός, Dor. τεθμός(v. infr.),θεθμός IG 5(2).159 (Tegea,v B.C.), Isyll. 12 , Locr. τετθμός Berl.Sitzb. 1927.8 (v B.C.):ὁ: pl.θεσμοί, poet. A. θεσμά S. F