θέθμιον , τό ,= θέσμιον , v. θέσμιος 11 :—also θεθμός , ὁ , Dor. ,= θεσμός (q.v.): and θεθτμός , Schwyzer 411 ( Elis ). θέθμιον,τό,=θέσμιον, A. v. θέσμιος 11 :—alsoθεθμός,ὁ, Dor. ,=θεσμός(q.v.): an
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θέθμιον , τό ,= θέσμιον , v. θέσμιος 11 :—also θεθμός , ὁ , Dor. ,= θεσμός (q.v.): and θεθτμός , Schwyzer 411 ( Elis ). θέθμιον,τό,=θέσμιον, A. v. θέσμιος 11 :—alsoθεθμός,ὁ, Dor. ,=θεσμός(q.v.): an