θράσις , εως , ἡ ,= θραῦσις , Hsch. θράσκειν: ἀναμιμνῄσκειν , Id. θράσις,εως,ἡ,=θραῦσις, Hsch. θράσκειν: ἀναμιμνῄσκειν, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θράσις , εως , ἡ ,= θραῦσις , Hsch. θράσκειν: ἀναμιμνῄσκειν , Id. θράσις,εως,ἡ,=θραῦσις, Hsch. θράσκειν: ἀναμιμνῄσκειν, Id.