θυάλημα , v. θυήλημα . θυαλόν: τὸ θυτοῖς διαλαβεῖν, θυμιᾶσαι , Hsch. θυάματα: τὸ θύμον, καὶ θυμιάματα , Id. θυάλημα, A. v. θυήλημα .θυαλόν: τὸ θυτοῖς διαλαβεῖν, θυμιᾶσαι, Hsch. θυάματα: τὸ θύμον, κ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θυάλημα , v. θυήλημα . θυαλόν: τὸ θυτοῖς διαλαβεῖν, θυμιᾶσαι , Hsch. θυάματα: τὸ θύμον, καὶ θυμιάματα , Id. θυάλημα, A. v. θυήλημα .θυαλόν: τὸ θυτοῖς διαλαβεῖν, θυμιᾶσαι, Hsch. θυάματα: τὸ θύμον, κ