κάμαρος , ὁ , v. κάμμαρος . καμαρός , ά , όν , Carian word, = ἀσφαλής, κάμαρα (sic codd.) λέγεσθαι τὰ ἀσφαλῆ Apollon. ap. Sch. Orib. 46.21.7 . κάμαροι: στῆλαι ἐν αἷς ἀναγέγραπται ὁ περιορισμὸς τῆς Ἀσί
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάμαρος , ὁ , v. κάμμαρος . καμαρός , ά , όν , Carian word, = ἀσφαλής, κάμαρα (sic codd.) λέγεσθαι τὰ ἀσφαλῆ Apollon. ap. Sch. Orib. 46.21.7 . κάμαροι: στῆλαι ἐν αἷς ἀναγέγραπται ὁ περιορισμὸς τῆς Ἀσί