κάτροπον: κάταντες , Hsch. ( Dor. for κατάτροπον , q.v.). κάτροπτον , v. κάτοπτρον . κατρός: κακός , Id. κάτροπον: κάταντες, Hsch. ( Dor. forκατάτροπον, q.v.).κάτροπτον, A. v. κάτοπτρον .κατρός: κακ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάτροπον: κάταντες , Hsch. ( Dor. for κατάτροπον , q.v.). κάτροπτον , v. κάτοπτρον . κατρός: κακός , Id. κάτροπον: κάταντες, Hsch. ( Dor. forκατάτροπον, q.v.).κάτροπτον, A. v. κάτοπτρον .κατρός: κακ