καττά , Dor. for κατὰ τά , καττάδε for κατὰ τάδε , καττάν for κατὰ τήν , κατταύταν for κατὰ ταύτην , etc. καττάνῠσαν , v. κατατανύω . καττίτερος , καττιτέρινος , κάττῡμα , Att. for κασς -. καττά, Dor.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καττά , Dor. for κατὰ τά , καττάδε for κατὰ τάδε , καττάν for κατὰ τήν , κατταύταν for κατὰ ταύτην , etc. καττάνῠσαν , v. κατατανύω . καττίτερος , καττιτέρινος , κάττῡμα , Att. for κασς -. καττά, Dor.