κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας , Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτωκός , Id. κέκασμαι , κεκασμένος , κέκαστο , v. καίνυμαι . κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας, Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτω
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας , Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτωκός , Id. κέκασμαι , κεκασμένος , κέκαστο , v. καίνυμαι . κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας, Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτω
to be adorned κατακαίνυμαι,pf. -κέκασμαι, A. to be adorned, κεφαλῇ κατὰ γυῖα κέκασται Emp. 134.1 .
overcome καίνῡμι, A. overcome, Act. only in imper.καινύτω, μή ς' ἀπάτη φρένα κ. Emp. 23.9 :—elsewh.καίνυμαι,surpass, excel, inimpf., c. acc. pers. etinf.modi,ἐκαίνυτο φῦλ' ἀνθρώπων νῆα κυβερνῆσαιhesu