κιβλεῦραι: στοχάσασθαι , Hsch. κίβος , v. κιβωτός . κιβλεῦραι: στοχάσασθαι, Hsch. κίβος, A. v. κιβωτός .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κιβλεῦραι: στοχάσασθαι , Hsch. κίβος , v. κιβωτός . κιβλεῦραι: στοχάσασθαι, Hsch. κίβος, A. v. κιβωτός .