κίνδαλος , ὁ , v. κύνδαλος . κίνδαξ , ακος , ὁ , ἡ , = σκίναξ , Hsch. , Phot. * κινδάπτω , aor. ἐκίνδαψεν: ἔψηλεν , Hsch. ; ἐκινδάψἁς̓κεν: ὑπέψηλεν , Id. κινδαψός , ὁ , v. σκινδαψός . κίνδαλος,ὁ, A.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κίνδαλος , ὁ , v. κύνδαλος . κίνδαξ , ακος , ὁ , ἡ , = σκίναξ , Hsch. , Phot. * κινδάπτω , aor. ἐκίνδαψεν: ἔψηλεν , Hsch. ; ἐκινδάψἁς̓κεν: ὑπέψηλεν , Id. κινδαψός , ὁ , v. σκινδαψός . κίνδαλος,ὁ, A.
quick, nimble σκίναξ[ῐ],ᾰκος,ὁ,ἡ , A. quick, nimble, epith. of hares, ς. νεαροῖο λαγωοῦ Nic. Th. 577 ; soὁ ς.,=λαγώς, Id. Al. 67 ; cf.κίνδαξ.