κάδδος , = κάδος (q.v.). καδδρᾰθέτην , v. καταδαρθάνω . καδδῦσαι , Ep. nom. pl. fem. aor. 2 part. Act. of καταδύω . κᾱδεστής , Dor. for κηδεστής . κάδης: ἁγιασμός , Hsch. κάδδος, A. = κάδος (q.v.).κ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάδδος , = κάδος (q.v.). καδδρᾰθέτην , v. καταδαρθάνω . καδδῦσαι , Ep. nom. pl. fem. aor. 2 part. Act. of καταδύω . κᾱδεστής , Dor. for κηδεστής . κάδης: ἁγιασμός , Hsch. κάδδος, A. = κάδος (q.v.).κ
fall asleep καταδαρθάνω,aor. κατέδαρθον( Att. inf. -δάρθεινacc. to Sch. Ar. Nu. 38 ), Ep. κατέδρᾰθον,subj. A. καταδράθω Od. 5.471 ;part. -δαρθόντα Ar. Pl. 300 (-δαρθένταcodd.):aor. 1 Pass.