καπαλευτής , οῦ , ὁ , = ὀνηλάτης , Hsch. :—also καπαλαί: κάπηλοι, φάτναι , and καπαλίζω , = ζευγηλατέω , Id. καπαλευτής,οῦ,ὁ, A. = ὀνηλάτης , Hsch. :—alsoκαπαλαί: κάπηλοι, φάτναι, andκαπαλίζω, = ζευ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καπαλευτής , οῦ , ὁ , = ὀνηλάτης , Hsch. :—also καπαλαί: κάπηλοι, φάτναι , and καπαλίζω , = ζευγηλατέω , Id. καπαλευτής,οῦ,ὁ, A. = ὀνηλάτης , Hsch. :—alsoκαπαλαί: κάπηλοι, φάτναι, andκαπαλίζω, = ζευ