κάραγος: ο τραχὺς ψόφος, οἷον πρι<όντ> ων , Hsch. καραδάλη: ἀρμενοθήκη , Id. κάραγος: ο τραχὺς ψόφος, οἷον πρι<όντ>ων , Hsch. καραδάλη: ἀρμενοθήκη, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κάραγος: ο τραχὺς ψόφος, οἷον πρι<όντ> ων , Hsch. καραδάλη: ἀρμενοθήκη , Id. κάραγος: ο τραχὺς ψόφος, οἷον πρι<όντ>ων , Hsch. καραδάλη: ἀρμενοθήκη, Id.
store for ship's tackle, ἀρμενοθήκη,ἡ, A. store for ship's tackle, Hsch. s.v. καραδάλη.