κατέᾱγα , κατεάγην [ᾰ] , κατέαξα , v. κατάγνυμι . κατέᾱγα,κατεάγην [ᾰ],κατέαξα, A. v. κατάγνυμι .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατέᾱγα , κατεάγην [ᾰ] , κατέαξα , v. κατάγνυμι . κατέᾱγα,κατεάγην [ᾰ],κατέαξα, A. v. κατάγνυμι .
Cat.Cod. Astr. κατ-άγνῡμι,inf. -ύναι [ῠ] Th. 4.11 , Pl. Phdr. 265e ;καταγνύω Eub. 107.14 , X. Oec. 6.5 ; latepres. κατάσσω,κατεάσσω(qq. v.):fut. A. κατάξω Eup. 323 :aor. κατέαξα Hom. , etc. (