κατα-πελταφεσία , κατα-πελταφέτης , κατα-πέλτης , κατα-πελτικός , v. καταπαλτ- . κατα-πελταφεσία,κατα-πελταφέτης,κατα-πέλτης,κατα-πελτικός, A. v. καταπαλτ- .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατα-πελταφεσία , κατα-πελταφέτης , κατα-πέλτης , κατα-πελτικός , v. καταπαλτ- . κατα-πελταφεσία,κατα-πελταφέτης,κατα-πέλτης,κατα-πελτικός, A. v. καταπαλτ- .