dejection κατήφ-εια, Ion. and Ep. κατηφ-είη,ἡ, (κατηφής) A. dejection( λύπη κάτω βλέπειν ποιοῦσα Plu. 2.528e ), δυσμενέσιν μὲν χάρμα κατηφείην δὲ σοὶ αὐτῷ Il. 3.51 ; κ. καὶ ὄνειδος 16.498 , 17
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
dejection κατήφ-εια, Ion. and Ep. κατηφ-είη,ἡ, (κατηφής) A. dejection( λύπη κάτω βλέπειν ποιοῦσα Plu. 2.528e ), δυσμενέσιν μὲν χάρμα κατηφείην δὲ σοὶ αὐτῷ Il. 3.51 ; κ. καὶ ὄνειδος 16.498 , 17