κατυβρίζω , κατύπερθε , κατυπέρτερος , κατυπνόω , Ion. for καθ -. κατυβρίζω,κατύπερθε,κατυπέρτερος,κατυπνόω, Ion. forκαθ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατυβρίζω , κατύπερθε , κατυπέρτερος , κατυπνόω , Ion. for καθ -. κατυβρίζω,κατύπερθε,κατυπέρτερος,κατυπνόω, Ion. forκαθ-.