κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας , Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτωκός , Id. κέκασμαι , κεκασμένος , κέκαστο , v. καίνυμαι . κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας, Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτω
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας , Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτωκός , Id. κέκασμαι , κεκασμένος , κέκαστο , v. καίνυμαι . κεκάλακας: καλὴ γέγονας, ἢ ἐκάλεσας, Hsch. κεκαλμένον: ἐπὶ γῆς ἐκπεπτω