δί-κελλον: δικράδεστος: ξένος δύο κλάδους ἔχων, Hsch. δί-κελλον: δικράδεστος: ξένος δύο κλάδους ἔχων, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δί-κελλον: δικράδεστος: ξένος δύο κλάδους ἔχων, Hsch. δί-κελλον: δικράδεστος: ξένος δύο κλάδους ἔχων, Hsch.
κελλίων: ἡ τῶν ὅλων φύσις , Hsch. κελλόν: στρεβλόν, πλάγιον , Id. κελλίων: ἡ τῶν ὅλων φύσις, Hsch. κελλόν: στρεβλόν, πλάγιον, Id.