κήκραν: ἐκεκράγ[ε]σαν , Hsch. κηλαίνω , = κηλέω , Id. κήκραν: ἐκεκράγ[ε]σαν, Hsch. κηλαίνω, A. = κηλέω , Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κήκραν: ἐκεκράγ[ε]σαν , Hsch. κηλαίνω , = κηλέω , Id. κήκραν: ἐκεκράγ[ε]σαν, Hsch. κηλαίνω, A. = κηλέω , Id.