κηρία , ἡ , v. κειρία . κηρία,ἡ, A. v. κειρία .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κηρία , ἡ , v. κειρία . κηρία,ἡ, A. v. κειρία .
ἀγγοπήνια: τὰ τῶν μελισσῶν κηρία . Hsch. , Suid. ἀγγόρπη: ᾧ τοὺς ἐλέφαντας τύπτουσι σιδήρψ , Hsch. ἀγγοπήνια: τὰ τῶν μελισσῶν κηρία. Hsch. , Suid. ἀγγόρπη: ᾧ τοὺς ἐλέφαντας τύπτουσι σιδήρψ, Hsch.
σκλῆρος: νόσημά τι ἀραχνίδων ἐν τοῖς σμήνεσι, πρὸς τὸ σήπεσθαι τὰ κηρία , Hsch. σκλῆρος: νόσημά τι ἀραχνίδων ἐν τοῖς σμήνεσι, πρὸς τὸ σήπεσθαι τὰ κηρία, Hsch.
σφηκ-ίωσις: κηρία σφηκῶν , Id. σφηκ-ίωσις: κηρία σφηκῶν, Id.
ὑριατόμος: ὁ τὰ κηρία τέμνων τῶν μελισσῶν, Id.; cf. ὕρον. ὑριατόμος: ὁ τὰ κηρία τέμνων τῶν μελισσῶν,Id.; cf.ὕρον.
weave, ἐξῠφ-αίνω, A. weave, φᾶρος Hdt. 2.122 , 9.109 , cf. PCair.Zen. 44.3 (iii B. C.); [πέπλον] Batr. 182 ; of bees, ἐ. κηρία X. Oec. 7.34 ( Pass. ); σάγους ἀπ' ἐρέας Str. 4.4.3 :— Med. , Ni
made by bees μελισσό-τευκτος,ον, A. made by bees, κηρία Pi. Fr. 152 .
new-born, νεο-γενής,ές, A. new-born, A. Ch. 530 , Pl. Tht. 160e , al., X. Cyn. 10.23 ; ποίμνη Antiph. 52.4 , cf. 1.5 . 2. newly produced, κηρία Alciphr. 3.23 .
βάπτω , fut. βάψω ( ἐμ- ) Ar. Pax 959 : aor. ἔβαψα S. Aj. 95 , etc.:— Med. , fut. βάψομαι Ar. Lys. 51 : aor. ἐβαψάμην Arat. 951 , AP 9.326 ( Leon. ):— Pass. , fut. βᾰφήσομαι LXX Le. 11.32 , M.Ant. 8.5
plaster up ἐμ-πλάσσω, Att. ἔμ-ττω, A. plaster up,τὸν πατέρα ἐν σμύρνῃ ἐ. Hdt. 2.73 ; ἀσφάλτῳ ἐμπλασθείς Str. 16.1.15 . 2. stuff in, κηρὸν εἴς τι Arist. Pr. 919b9 . 3. stop up,τὰ φλέβια, Thphr.
set upright, erect κατορθ-όω, A. set upright, erect, δέμας E. Hipp. 1445 , Andr. 1080 ;set straighta fractured or dislocated bone, Hp. Fract. 16 , al. ( Med. ,haveitset straight, 8 , al.);κ. τὰ κηρ
honeycomb κηρίον,τό , ̔κηρός) A. honeycomb, mostly in pl., h.Merc. 559 , Hes. Th. 597 , Hdt. 5.114 , etc.;κ. καὶ λίβανον, as offerings, Supp.Epigr. 3.774 (Crete,i B.C.): sg., Pl. R. 552c , Theoc. 19.
smooth, polish λεαίνω, alsoλειαίνω, Sol. 4.35 , Nic. Th. 95 , Gp. 4.12.13 :fut. A. λεᾰνῶ Arist. PA 674b21 ; Ep. λειᾰνέω Il. 15.261 :aor. 1 ἐλέηνα Hdt. 1.200 , Nic. Fr. 70.15 , -ᾱνα Arist. G
build a house οἰκοδομ-έω,fut. -ήσω:aor. ᾠκοδόμησα(notοἰκ-in Att. ) :pf. A. ᾠκοδόμηκα Pl. Grg. 514b : but later Att. pf. Pass. οἰκοδομημένοι IG 22.1627.398 :—build a house: generally,build, νε
form, mould πλάσσω, Att. πλασμᾰ́τ-ττω S. Aj. 148 (anap.), Pl. R. 420c , etc.:fut. πλάσω(ἀνα-) Hp. Mochl. 2 :aor. A. ἔπλᾰσα Hdt. 2.70 (κατ-), Ar. V. 926 , etc.; poet. ἔπλασσα Theoc. 24.109 ; Ep