κιναιδ-ῶς , v. κιάντωρ . κιναιδ-ῶς, A. v. κιάντωρ .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κιναιδ-ῶς , v. κιάντωρ . κιναιδ-ῶς, A. v. κιάντωρ .
κιάθω , lengthd. for κίω , only in compd. μετακιάθω (exc. ἐκίαθεν Hsch. ); cf. κίατο . κιανθείς: ἑταίρα κιανγάλη ( λίαν καλή Mein.), Hsch. κιάντωρ: κιναιδῶς , Id. κίασθαι: κεῖσθαι , and κίατο: ἐκινεῖτ