κίνδαλος , ὁ , v. κύνδαλος . κίνδαξ , ακος , ὁ , ἡ , = σκίναξ , Hsch. , Phot. * κινδάπτω , aor. ἐκίνδαψεν: ἔψηλεν , Hsch. ; ἐκινδάψἁς̓κεν: ὑπέψηλεν , Id. κινδαψός , ὁ , v. σκινδαψός . κίνδαλος,ὁ, A.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κίνδαλος , ὁ , v. κύνδαλος . κίνδαξ , ακος , ὁ , ἡ , = σκίναξ , Hsch. , Phot. * κινδάπτω , aor. ἐκίνδαψεν: ἔψηλεν , Hsch. ; ἐκινδάψἁς̓κεν: ὑπέψηλεν , Id. κινδαψός , ὁ , v. σκινδαψός . κίνδαλος,ὁ, A.