wearer of κίττα,κιττᾰβίζω,κιττάω,κίττησις, Att. forκισς-.κιττάλης, A. v. κιξάλλης .κιττάναλον: ἡ κρησέρα(κρήσεραcod.), Hsch. ; cf. gen. pl.κιθαναλλωνdub. sens. in PSI 5.485.2 ;χιταναλλωνib. 19 (iii
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
wearer of κίττα,κιττᾰβίζω,κιττάω,κίττησις, Att. forκισς-.κιττάλης, A. v. κιξάλλης .κιττάναλον: ἡ κρησέρα(κρήσεραcod.), Hsch. ; cf. gen. pl.κιθαναλλωνdub. sens. in PSI 5.485.2 ;χιταναλλωνib. 19 (iii
highway robber κιξάλλ-ης,ου,ὁ, A. highway robber, κ. καὶ λῃστής Democr. 260 ; ὅστις κιξάλλας ὑποδέχοιτο SIG 38.19 (Teos,v B.C.) ( Hsch. κιξάλης: φώρ, κλέπτης, ἀλαζών: Phot. κίξας: τοὺς ἐν ὁδῷ λ