κλαρά , v. κλάνιον . κλαραγεῖ ( -γείων cod.) : ἐλαφρῶς καθεύδει ( Sicel ), Hsch. κλάρας , = φοῖνιξ , Id. κλάρες: αἱ ἐπὶ ἐδάφου<ς> ἐσχάραι , Id. κλαρά, A. v. κλάνιον .κλαραγεῖ(-γείωνcod.): ἐλαφρῶς κα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κλαρά , v. κλάνιον . κλαραγεῖ ( -γείων cod.) : ἐλαφρῶς καθεύδει ( Sicel ), Hsch. κλάρας , = φοῖνιξ , Id. κλάρες: αἱ ἐπὶ ἐδάφου<ς> ἐσχάραι , Id. κλαρά, A. v. κλάνιον .κλαραγεῖ(-γείωνcod.): ἐλαφρῶς κα