κολύκιντος , = κολόκυνθος (q.v.). κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες , Hsch. κολύκιντος, A. = κολόκυνθος (q.v.).κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κολύκιντος , = κολόκυνθος (q.v.). κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες , Hsch. κολύκιντος, A. = κολόκυνθος (q.v.).κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες, Hsch.