κολύκιντος , = κολόκυνθος (q.v.). κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες , Hsch. κολύκιντος, A. = κολόκυνθος (q.v.).κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κολύκιντος , = κολόκυνθος (q.v.). κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες , Hsch. κολύκιντος, A. = κολόκυνθος (q.v.).κολυκρίζοντες: ἐκτελοῦντες, Hsch.
κολόκυνθ-ος , ὁ , = κολοκύνθη , AP 9.532 tit., PLond. 5.1881 (vi A.D.) ; κ. ἄγριος Ps.- Dsc. 4.176 :— written κολύκιντος PTeb. 131 (ii/i B.C.) . κολόκυνθ-ος,ὁ, A. = κολοκύνθη , AP 9.532 tit., PLond.