κόριψ: νεανίσκος , Hsch. ; cf. κόρος (B). κορκόδειλος , κορκόδριλλος , κορκοδρίλλιον , v. κροκόδιλος . κορκόδρυα: ὑδρόρυα , Id. κόρκορα , a bird (Perg.), Id. κόρκορος , v. κόρχορος . κόριψ: νεανίσκος,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κόριψ: νεανίσκος , Hsch. ; cf. κόρος (B). κορκόδειλος , κορκόδριλλος , κορκοδρίλλιον , v. κροκόδιλος . κορκόδρυα: ὑδρόρυα , Id. κόρκορα , a bird (Perg.), Id. κόρκορος , v. κόρχορος . κόριψ: νεανίσκος,
poppysmus, ποππ-υσμός,ὁ,=foreg., X. Eq. 9.10 , Plu. 2.713b (pl.), Poll. 1.210 ,v.l. in D.H. Comp. 14 ; A. σιγμοῖς καὶ π. Nicom. Harm. 6 , cf. PMag.Leid.W. 1.37 ; of applause, Plu. 2.545c : Lat.po