ὑδρο-ρύα , ἡ , = ὑδρορρόα 1 , Id. s.v. κορκόδρυα. ὑδρο-ρύα,ἡ, A. = ὑδρορρόα 1 , Id. s.v. κορκόδρυα.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὑδρο-ρύα , ἡ , = ὑδρορρόα 1 , Id. s.v. κορκόδρυα. ὑδρο-ρύα,ἡ, A. = ὑδρορρόα 1 , Id. s.v. κορκόδρυα.
κόριψ: νεανίσκος , Hsch. ; cf. κόρος (B). κορκόδειλος , κορκόδριλλος , κορκοδρίλλιον , v. κροκόδιλος . κορκόδρυα: ὑδρόρυα , Id. κόρκορα , a bird (Perg.), Id. κόρκορος , v. κόρχορος . κόριψ: νεανίσκος,