κοῦ , κου , Ion. for ποῦ, που . κοῦα: ἐνέχυρα , and κουάσαι: ἐνεχυριάσαι , Hsch. ; cf. κοῖον, κῷα . κούαγμα: σκῆμα , Id. κούαμα: μέλαν ( Lacon. ), Id. (fort. κουάνια ( ͂ κυάνεα ) : μέλανα ). κοῦ,κου,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κοῦ , κου , Ion. for ποῦ, που . κοῦα: ἐνέχυρα , and κουάσαι: ἐνεχυριάσαι , Hsch. ; cf. κοῖον, κῷα . κούαγμα: σκῆμα , Id. κούαμα: μέλαν ( Lacon. ), Id. (fort. κουάνια ( ͂ κυάνεα ) : μέλανα ). κοῦ,κου,
of, from the island Κῷος,α,ον, A. of, from the island Κῶς,Coan, IG 12.195.7 , al., Hdt. 7.164 , etc.;Κώϊος Call. Fr. 254 . II. asSubst. Κῷος(sc.βόλος),ὁ,the highest throw with the ἀστράγαλοι, opp.