κρᾱἅρα: κόσκινον ἢ ὄρυγμα , Hsch. (Elean for κρησέρα ). κρᾱἅρα: κόσκινον ἢ ὄρυγμα, Hsch. (Elean forκρησέρα).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κρᾱἅρα: κόσκινον ἢ ὄρυγμα , Hsch. (Elean for κρησέρα ). κρᾱἅρα: κόσκινον ἢ ὄρυγμα, Hsch. (Elean forκρησέρα).
κρασέρα: ἀλευρόττησις ( κράσσεα' ἀλευρωτίς cod.), Hsch. ; cf. κρησέρα, κραἅρα . κρασέρα: ἀλευρόττησις(κράσσεα' ἀλευρωτίςcod.), Hsch. ; cf.κρησέρα, κραἅρα.