κρητήρ , ῆρος , ὁ , Ion. and Ep. for κρατήρ (q.v.). κρητηρίζω , v. κρατηρίζω . κρητήρ,ῆρος,ὁ, Ion. and Ep. forκρατήρ(q.v.).κρητηρίζω, A. v. κρατηρίζω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κρητήρ , ῆρος , ὁ , Ion. and Ep. for κρατήρ (q.v.). κρητηρίζω , v. κρατηρίζω . κρητήρ,ῆρος,ὁ, Ion. and Ep. forκρατήρ(q.v.).κρητηρίζω, A. v. κρατηρίζω .