κρόμπος or κρομπός , ὁ , dub. sens., τὸν λόφον τὸν ἰν τῷ κρόμποι Schwyzer 664.12 , cf. 16 (Orchom. Arc. , iv B. C. ). κρόμποςorκρομπός,ὁ, dub. sens., A. τὸν λόφον τὸν ἰν τῷ κρόμποι Schwyzer 664.12
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κρόμπος or κρομπός , ὁ , dub. sens., τὸν λόφον τὸν ἰν τῷ κρόμποι Schwyzer 664.12 , cf. 16 (Orchom. Arc. , iv B. C. ). κρόμποςorκρομπός,ὁ, dub. sens., A. τὸν λόφον τὸν ἰν τῷ κρόμποι Schwyzer 664.12