πτοιέω , πτοίησις , πτοιητός , v. πτο- . πτοίνα , v. κτοίνα . πτοῖος , ὁ , = πτοία , Hsch. (s.v.l.). πτοιέω,πτοίησις,πτοιητός, A. v. πτο- .πτοίνα, v. κτοίνα .πτοῖος,ὁ, = πτοία , Hsch. (s.v.l.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πτοιέω , πτοίησις , πτοιητός , v. πτο- . πτοίνα , v. κτοίνα . πτοῖος , ὁ , = πτοία , Hsch. (s.v.l.). πτοιέω,πτοίησις,πτοιητός, A. v. πτο- .πτοίνα, v. κτοίνα .πτοῖος,ὁ, = πτοία , Hsch. (s.v.l.).
member of a κτοιν-άτης[ᾱ],ου,ὁ , A. member of a κτοίνα, IG 12(1).694.14 :—alsoκτοιν-έτης, ib. 157.9 , 12(3).1270 A 13 (Syme).