κορύπτης , ὁ , = κορυπτίλος , EM 532.9 , Hsch.s.v. κυρίττολος . κορύπτης,ὁ, A. = κορυπτίλος , EM 532.9 , Hsch.s.v.κυρίττολος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κορύπτης , ὁ , = κορυπτίλος , EM 532.9 , Hsch.s.v. κυρίττολος . κορύπτης,ὁ, A. = κορυπτίλος , EM 532.9 , Hsch.s.v.κυρίττολος.
one that butts with the head κορυπτίλος[ῐ],ὁ , A. one that butts with the head, Theoc. 5.147 :κυρίττολος: κορύπτης, πλήκτης, Hsch. ;κορυπτόλης: κερατιστής, Id.