λαγκρύζεσθαι: λοιδορεῖσθαι , Phot. λάγματα: ἱερὰ ἀπάργματα , Id. λάγνα: κάμπτρα, κιβωτός , Cyr. λαγκρύζεσθαι: λοιδορεῖσθαι, Phot. λάγματα: ἱερὰ ἀπάργματα, Id.λάγνα: κάμπτρα, κιβωτός, Cyr.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λαγκρύζεσθαι: λοιδορεῖσθαι , Phot. λάγματα: ἱερὰ ἀπάργματα , Id. λάγνα: κάμπτρα, κιβωτός , Cyr. λαγκρύζεσθαι: λοιδορεῖσθαι, Phot. λάγματα: ἱερὰ ἀπάργματα, Id.λάγνα: κάμπτρα, κιβωτός, Cyr.
λάγν-ης , ου , ὁ , Att. for λάγνος acc. to Phryn. 161 , Phot. (but cf. Poll. 6.188 ); voc. λάγνα Eub. 55 ; acc. λάγνην Com.Adesp. 388 . λάγν-ης,ου,ὁ, Att. forλάγνοςacc. to Phryn. 161 , Phot. (but cf.
λαγήναρχος: ὁ ἐξουσίαν ἔχων τοῦ οἴνου , Hsch. ( λαγίν - cod., before λάγνα ). λαγήναρχος: ὁ ἐξουσίαν ἔχων τοῦ οἴνου, Hsch. (λαγίν- cod., beforeλάγνα).