λέκρανα , τά , = ἀγκῶνες , Hsch. , Phot. ; cf. ὀλέκρανον . λέκρικα: σειραί, σχοινία , Hsch. ; cf. λείκρικα . λεκροί , = λικροί (q.v.). λέκρανα,τά, A. = ἀγκῶνες , Hsch. , Phot. ; cf.ὀλέκρανον.λέκρικα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λέκρανα , τά , = ἀγκῶνες , Hsch. , Phot. ; cf. ὀλέκρανον . λέκρικα: σειραί, σχοινία , Hsch. ; cf. λείκρικα . λεκροί , = λικροί (q.v.). λέκρανα,τά, A. = ἀγκῶνες , Hsch. , Phot. ; cf.ὀλέκρανον.λέκρικα
λεικνάριον , λεικνίζω , λεῖκνον , ff.ll.for λικν -. λείκρικα: σειραί, σχοινία, πλέγματα , Hsch. (Cf. λέκρικα .) λεικνάριον,λεικνίζω,λεῖκνον, ff.ll.forλικν-.λείκρικα: σειραί, σχοινία, πλέγματα, Hsch. (