λαίβα: ἀσπίς, τρίβων, πέλτη , Hsch. λαίγματα: πέμματα, οἱ δὲ σπέρματα, ἱερὰ ἀπάργματα , Id., cf. Cyr. , Phot. ( λάγμ -); v. λαῖμα . λαίβα: ἀσπίς, τρίβων, πέλτη, Hsch. λαίγματα: πέμματα, οἱ δὲ σπέρματ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λαίβα: ἀσπίς, τρίβων, πέλτη , Hsch. λαίγματα: πέμματα, οἱ δὲ σπέρματα, ἱερὰ ἀπάργματα , Id., cf. Cyr. , Phot. ( λάγμ -); v. λαῖμα . λαίβα: ἀσπίς, τρίβων, πέλτη, Hsch. λαίγματα: πέμματα, οἱ δὲ σπέρματ
λαῖμα , ατος , τό , dub. in Ar. Av. 1563 ( λαῖτμα cod. Ven., λαῖγμα (cf. λαίγματα ) Bentley). λαῖμα,ατος,τό, dub. in Ar. Av. 1563 (λαῖτμαcod. Ven.,λαῖγμα(cf.λαίγματα) Bentley).