λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ , Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος , Id. λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ, Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ , Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος , Id. λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ, Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος, Id.