λᾳστήριον , v. λῃστήριον . λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος , Hsch. (Fort. λᾶς ( ͂ λᾶας ) τρυμαλίας .) λᾳστήριον, A. v. λῃστήριον .λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος, Hsch. (Fort.λᾶς(͂ λᾶας)τρυμαλίας.)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λᾳστήριον , v. λῃστήριον . λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος , Hsch. (Fort. λᾶς ( ͂ λᾶας ) τρυμαλίας .) λᾳστήριον, A. v. λῃστήριον .λαστρυγυλίας: λίθος τετριμμένος, Hsch. (Fort.λᾶς(͂ λᾶας)τρυμαλίας.)
λαρωντιδῶν: ἐν τοῖς ἀθροίσμασιν ἔλεγον, ὡς ἐπῳδῶν , Hsch. λᾶς , = λᾶας , Id.; v. λαστρυγυλίας . λάσα: τράπεζα πληρεστάτη , Id. Λάσα , = Λάρισα , Id.: Adj. Λασαῖος IG 9(2).517.19 . λάσαγγες: οἱ περὶ τὰ