λατραβιάζειν: ἐσπουδασμένως καὶ ἀσήμως λαλεῖν , Hsch. ; cf. λατράζειν: βαρβαρίζειν , Id. λατραβός , = λαμυρός , and λατραβία ( λατραπία cod.), = λαμυρία μετὰ ἐρυθριάσεως , Id.:—also λατραβῶν: ἀλαζονευ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λατραβιάζειν: ἐσπουδασμένως καὶ ἀσήμως λαλεῖν , Hsch. ; cf. λατράζειν: βαρβαρίζειν , Id. λατραβός , = λαμυρός , and λατραβία ( λατραπία cod.), = λαμυρία μετὰ ἐρυθριάσεως , Id.:—also λατραβῶν: ἀλαζονευ