λάϊτος , λάϊτον , λάϊτρον , v. λήϊτος , etc. λαῖφα: ἀσπίς , Hsch. λαιφαί: ἀναιδεῖς, θρασεῖς, κτλ ., Id. λάϊτος,λάϊτον,λάϊτρον, A. v. λήϊτος , etc.λαῖφα: ἀσπίς, Hsch. λαιφαί: ἀναιδεῖς, θρασεῖς, κτλ.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λάϊτος , λάϊτον , λάϊτρον , v. λήϊτος , etc. λαῖφα: ἀσπίς , Hsch. λαιφαί: ἀναιδεῖς, θρασεῖς, κτλ ., Id. λάϊτος,λάϊτον,λάϊτρον, A. v. λήϊτος , etc.λαῖφα: ἀσπίς, Hsch. λαιφαί: ἀναιδεῖς, θρασεῖς, κτλ.
left λαιός(B),ά,όν, A. left,λαιᾷ μὲν ἴτυν προβάλεσθε(sc.χειρί) Tyrt. 15.3 ;λαιᾶς χειρός on the lefthand, A. Pr. 714 ; πρὸς λαιᾷ χερί E. HF 159 ;λαιοῖσι on the left, Parm. 17 ; ἐπὶ λαιὰ κεκλιμένον