λειαίνω , λείανσις , v. λεαίνω, λέανσις . λειαίνω,λείανσις, A. v. λεαίνω, λέανσις .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λειαίνω , λείανσις , v. λεαίνω, λέανσις . λειαίνω,λείανσις, A. v. λεαίνω, λέανσις .