λελᾰβέσθαι , v. λαμβάνω . λελάθῃ , λελάθοντο , λελαθέσθαι , v. λανθάνω . λέλᾱκα , λελάκοντο , λελᾰκυῖα , v. λάσκω . λέλαμμαι , v. λαμβάνω, λέπω . λέλασμαι , v. λανθάνω . λελάχητε , λελάχωσι , v. λαγχά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λελᾰβέσθαι , v. λαμβάνω . λελάθῃ , λελάθοντο , λελαθέσθαι , v. λανθάνω . λέλᾱκα , λελάκοντο , λελᾰκυῖα , v. λάσκω . λέλαμμαι , v. λαμβάνω, λέπω . λέλασμαι , v. λανθάνω . λελάχητε , λελάχωσι , v. λαγχά
ring, rattle, crash λάσκω,impf. A. ἔλασκον E. El. 1214 (lyr.):fut. λᾰκήσομαι Ar. Pax 381 , 384 :aor. 1 ἐλάκησα [ᾰ] ib. 382 ( δια-λᾱκήσας Id. Nu. 410 is prob. fromδιαλᾱκέω, Dor. for -ληκέω):ao