λελᾰβέσθαι , v. λαμβάνω . λελάθῃ , λελάθοντο , λελαθέσθαι , v. λανθάνω . λέλᾱκα , λελάκοντο , λελᾰκυῖα , v. λάσκω . λέλαμμαι , v. λαμβάνω, λέπω . λέλασμαι , v. λανθάνω . λελάχητε , λελάχωσι , v. λαγχά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λελᾰβέσθαι , v. λαμβάνω . λελάθῃ , λελάθοντο , λελαθέσθαι , v. λανθάνω . λέλᾱκα , λελάκοντο , λελᾰκυῖα , v. λάσκω . λέλαμμαι , v. λαμβάνω, λέπω . λέλασμαι , v. λανθάνω . λελάχητε , λελάχωσι , v. λαγχά