λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως , Hsch. ; cf. λεωκόνιτος . λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως, Hsch. ; cf.λεωκόνιτος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως , Hsch. ; cf. λεωκόνιτος . λειο-κόνιτος: ἡ τελείως ὡς κόνις διαλελυμένη, λείως γὰρ τελείως, Hsch. ; cf.λεωκόνιτος.
λεώδης (B), = λιθόλευστος , Theognost. Can. 9 : λιώδης , Hsch. ; fort. λεώλης . λεωκόνητος , λεωκόνιτος , v. λέως . λεώδης(B), A. = λιθόλευστος , Theognost. Can. 9 :λιώδης, Hsch. ; fort.λεώλης.λεωκό