λειώλης , ες , = πανώλης , IG 12(1).737 (Camirus, vi B.C. ); cf. λεώλης: τελείως ἐξώλης , Hsch. λειώλης,ες, A. = πανώλης , IG 12(1).737 (Camirus,vi B.C.); cf.λεώλης: τελείως ἐξώλης, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λειώλης , ες , = πανώλης , IG 12(1).737 (Camirus, vi B.C. ); cf. λεώλης: τελείως ἐξώλης , Hsch. λειώλης,ες, A. = πανώλης , IG 12(1).737 (Camirus,vi B.C.); cf.λεώλης: τελείως ἐξώλης, Hsch.
λεώδης (B), = λιθόλευστος , Theognost. Can. 9 : λιώδης , Hsch. ; fort. λεώλης . λεωκόνητος , λεωκόνιτος , v. λέως . λεώδης(B), A. = λιθόλευστος , Theognost. Can. 9 :λιώδης, Hsch. ; fort.λεώλης.λεωκό
λεωκόρητος , λεώλεθρος , λεώλης , v. λέως . λεωκόρητος,λεώλεθρος,λεώλης, A. v. λέως .
λιώδης: λιθόλευστος , Hsch. (Perh. λιώλης , cf. λεώλης. ) λιώδης: λιθόλευστος, Hsch. (Perh.λιώλης, cf.λεώλης.)
entirely, wholly, at all λέωςorλείως, Ion. Adv. A. entirely, wholly, at all, λείως γὰρ οὐδὲν ἐφρόνεον Archil. 112 , cf. Hp. ap. Erot.et Gal. 19.118 :—elsewh. only found in the compds.λεωργός(q.v.)